Υποψηφιος Ευρωβουλευτης με την ΕΛΙΑ

Τελικά ποια Ευρώπη θέλουμε;

Με την ευκαιρία των ευρωεκλογών είναι ευνόητο ότι ο διάλογος για την Ευρώπη εντείνεται και παίρνει ολοένα και αυξανόμενο ενδιαφέρον.

Η οικονομική κρίση και ο τρόπος που η Ευρώπη την αντιμετώπισε, είναι ένας επιπλέον λόγος για την ένταση αυτού του ενδιαφέροντος. Ομως πόσο γνωρίζουμε το σημερινό διακύβευμα της Ευρώπης; Πόσο γνωρίζουμε για τι ακριβώς ψηφίζουμε στις 25 του Μάη;

Οι δύο μεγάλοι πολιτικοί σχηματισμοί, το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα και το Κόμμα Ευρωπαίων Σοσιαλιστών, βρίσκονται δημοσκοπικά ακριβώς στα ίδια ποσοστά και διεκδικούν την εκλογική νίκη ώστε ένας από τους δύο ηγέτες τους να αποτελέσει το μελλοντικό πρόεδρο της Επιτροπής. Ομως το διακύβευμα δεν είναι απλά θέμα προσώπων.  Είναι πολλά περισσότερα.
Τα δύο μεγάλα κόμματα τα ενώνει ο φιλοευρωπαϊκός τους χαρακτήρας. Αυτό είναι σημαντικό δεδομένου ότι ο ευρωσκεπτικισμός και η άνοδος των ακραίων πολιτικών σχηματισμών, είναι  ένα μεγάλο αγκάθι στα πλευρά της Ε.Ε. Διαμορφώνει ένα πλαίσιο υπονόμευσης της ευρωπαϊκής οντότητας, στο πλαίσιο μιας αντίφασης κοινωνικού και πολιτικού χαρακτήρα. Η αντίφαση αυτή έγκειται στο ότι, από τη μία η Ε.Ε. εγκαλείται, γιατί αδυνατεί να αντιμετωπίσει τα προβλήματα των ευρωπαίων, από την άλλη αποδυναμώνεται από την πρόταξη εθνικών έναντι των ευρωπαϊκών πολιτικών, από όλους εκείνους που μέσα από το λαϊκισμό, θεωρούν ότι με αυτό τον τρόπο μπορούν να αποσπάσουν ψήφους και επιρροή.
Από την άποψη αυτή και οι δύο μεγάλοι πολιτικοί σχηματισμοί της Ευρώπης, έχουν κάθε λόγο να αναδείξουν τα φιλοευρωπαϊκά τους χαρακτηριστικά. Ομως οι ομοιότητές τους φτάνουν μέχρι εκεί.
Η Ευρώπη της λιτότητας που προκρίνει το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα, στο οποίο ανήκει η Νέα Δημοκρατία, εκτός από ανέργους και νεόπτωχους, παράγει και ευρωσκεπτικισμό. Μπορεί να θεωρεί ότι κάνει ενδεχομένως την Ευρώπη ποιο ανταγωνιστική, αλλά τι αξία έχει μία Ευρώπη που στο πλαίσιο της ανάπτυξης της ανταγωνιστικότητάς της στο παγκόσμιο σκηνικό, αναπτύσσει ανισότητες μεταξύ των λαών της, αλλά και των κρατών που τη συναπαρτίζουν με άμεση συνέπεια τη μεγέθυνση του ευρωσκεπτικισμού; Μπορεί να προοδεύσει  μια ανταγωνιστική ίσως, αλλά υπονομευμένη και αποσαθρωμένη Ευρώπη; Μπορούμε την Ευρώπη των λαών να αφήσουμε να τη διαχειρίζονται οι τράπεζες; Προφανώς η απάντηση είναι αρνητική. Γι’ αυτό τον λόγο ακόμη και η ευρωπαϊκή δεξιά προτείνει τον έλεγχο των εμπορικών τραπεζών και την επιβολή μέτρων για τη ρύθμιση των κινδύνων να πληρώνουν οι φορολογούμενοι τις αστοχίες των τραπεζών. Αυτό  όμως γίνεται αμυντικά και στο βαθμό που δε θίγονται σημαντικά προνόμια των τραπεζιτών στη διαμόρφωση των οικονομικών συνθηκών. Η προτεραιότητά τους είναι η δυνατότητα ελεύθερης ανάπτυξης των κερδοσκοπικών ευκαιριών ως κινητήριου μοχλού της οικονομικής ανάπτυξης.
Από την άλλη πλευρά η Ευρώπη του ανθρώπινου μέτρου που προκρίνει το Κόμμα Ευρωπαίων σοσιαλιστών, στο οποίο ανήκει η “ΕΛΙΑ”, δίνει προτεραιότητα στην ασφάλεια, στην προστασία, στη δημιουργικότητα του ανθρώπου. Δίνει προτεραιότητα στην απασχόληση και διαφοροποιεί αυτή την ίδια την έννοια της ανάπτυξης, ως στόχο ουσιαστικής βελτίωσης της ποιότητας ζωής των πολιτών και όχι απλά οικονομικό στατιστικό δείκτη.
Οι Ευρωπαίοι σοσιαλιστές κατηγορούνται από δεξιούς και φιλελεύθερους, ότι με δικές τους πολιτικές οδήγησαν στην οικονομική κρίση, αφού έδωσαν βαρύτητα στις παροχές, στα επιδόματα, στο μεγάλο και ακριβό κράτος  πρόνοιας. Ομως ολόκληρο το θετικό οικοδόμημα της Ευρώπης, στηρίχτηκε ακριβώς στις σοσιαλδημοκρατικές αρχές. Ο Ζακ Ντελόρ, ο Φρανσουά Μιττεράν και ο Χέλμουτ Σμιτ, ήταν εκείνοι που έβαλαν στη σφραγίδα τους ώστε ο χώρος της Ε.Ε. να είναι ο καλύτερος χώρος για να ζει ένα άνθρωπος.   Αν η ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης θεωρείται το αδύναμο σημείο της προσέγγισης αυτής, δεν απομένει παρά να το διορθώσει, όχι μπαίνοντας στη λογική της μείωσης πάση θυσία του κόστους εργασίας όπως επιχειρούν οι συντηρητικοί και εν μέρει επιχείρησαν και οι εργατικοί του Τόνυ Μπλέρ, αλλά προχωρώντας στην αναδιοργάνωση των παραγωγικών σχέσεων, στην επικέντρωση στην καινοτομία, στην ανάπτυξη νέων ιδεών και μεθόδων, κυρίως μέσα από την παιδεία και την αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων.
Δεν θέλουμε μία Ευρώπη, η οποία θα στοχεύσει στον ανταγωνισμό της Ινδίας και της Κίνας στο κόστος εργασίας. Ούτως ή άλλως έτσι δεν θα τα καταφέρει ποτέ. Θέλουμε μία Ευρώπη, η οποία θα παρέχει ελευθερία, δημοκρατία και ευημερία στους πολίτες της και μέσα από αυτά ακριβώς να αναπτύσσεται στην τεχνολογία, στην παιδεία, στην έρευνα, στις καινοτόμες ιδέες, στις νέες παραγωγικές μεθόδους, στις νέες μορφές χρηματοδότησης με φορολόγηση των διαφόρων υπερκερδών. (Ο φόρος π.χ. χρηματοπιστωτικών συναλλαγών που προτείνουν οι ευρωπαίοι σοσιαλιστές είναι μία απ’ αυτές)
Το διακύβευμα λοιπόν δεν είναι καθόλου απλό. Από το ποιος θα είναι ο επόμενος πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, από το πώς θα διαμορφωθούν οι συσχετισμοί στο ευρωκοινοβούλιο, θα εξαρτηθεί η πορεία της Ευρώπης, η ευημερία και η   ασφάλεια των πολιτών της. Εχουμε τις δυνατότητες ως πολίτες και ως κοινωνία να συμβάλλουμε στη βελτίωσή τους. Τις δυνατότητες αυτές πρέπει να αξιοποιήσουμε με την ψήφο μας.