Υποψηφιος Ευρωβουλευτης με την ΕΛΙΑ

Οι αντιφάσεις της Ε.Ε


Κανείς δεν αμφισβητεί ότι η δημιουργία της ΕΟΚ και η μετεξέλιξή της σε Ε.Ε. αποτελεί μια λαμπερή σελίδα στην Ευρωπαϊκή ιστορία. Η Ευρώπη μέχρι και το τέλος του Β´ παγκοσμίου πολέμου ήταν ένας χώρος συγκρούσεων, αιματηρών πολέμων και καταστροφών, για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Η ειρήνη και η ευημερία που βιώνει η ευρωπαϊκή ήπειρος εδώ και 69 χρόνια, δεν έχει υπάρξει ποτέ ξανά.
 
Από μόνη της αυτή η επιτυχία αρκεί για να χαρακτηρίσει την ιστορικότητα και την αξία της Ένωσης. Υπάρχουν και άλλα όμως χαρακτηριστικά. Η κινητικότητα των πολιτών, τα κατοχυρωμένα ανθρώπινα, πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα, η οικονομική ανάπτυξη, όσο ατελή και να είναι, είναι σε καλύτερη θέση από οποιαδήποτε άλλη χώρα του κόσμου.
 
Αναμφισβήτητα, ο Ευρωπαϊκός χώρος είναι ο καλύτερος στον κόσμο για να ζει κάποιος άνθρωπος. Όχι πως δεν υπάρχουν διαφοροποιήσεις και ανισότητες.
 
Είναι πραγματικά θαύμα, πως καταφέρνουν 28 χώρες να συνεργάζονται και να διατηρούν σταθερούς και αξιόπιστους θεσμούς. Το επίτευγμα αυτό, προέκυψε από τις Ευρωπαϊκές αστικές ελίτ, οι οποίες διαπίστωσαν ότι πιθανότατα βελτιώνουν καλύτερα τη θέση τους με ειρήνη παρά με πόλεμο, με συνεργασία παρά με αντιπαλότητα. Έτσι επηρεαζόμενες από τη φρίκη του πολέμου, μπόρεσαν να αφουγκραστούν τη θέληση των ευρωπαϊκών λαών για Ειρήνη και Ευημερία.
 
Στις μέρες μας τα πράγματα φαίνεται να δυσκολεύουν. Στην Ευρώπη εξακολουθούν να υπάρχουν ανισορροπίες και ανισότητες. Τόσο μεταξύ των κρατών όσο και μεταξύ των πολιτών εντός και εκτός των κρατών.
 
Σήμερα έχει αρχίσει και επικρατεί σε μεγάλες μάζες πολιτών ανά την Ευρώπη Ευρωσκεπτικισμός. Όσο η γενιά του πολέμου απέρχεται, τόσο οι νεώτερες γενιές προβάλλουν περισσότερο τα εθνικά και τοπικιστικά χαρακτηριστικά έναντι των κοινών Ευρωπαϊκών. Τόσο περισσότερο αναρωτιούνται, αν η Ε.Ε. μπορεί να τους εξασφαλίσει περισσότερη ευημερία σε σχέση με την αναβάθμιση του εθνικού τους κράτους.
 
Ο ευρωσκεπτικισμός έχει προέλθει κυρίως από τη μη ικανοποίηση των προσδοκιών των νέων ανθρώπων. Από την έλλειψη εμπειριών τους από την παλιά συγκρουσιακή Ευρώπη. Κυρίως όμως από τη διαπίστωσή τους ότι η προηγούμενη ευημερία της Ευρώπης προήλθε σε μεγάλο βαθμό από την προείσπραξη και σπατάληση του δικού τους μέλλοντος. Έτσι βλέπουν με αγωνία ότι για πρώτη φορά οι νέες γενιές ίσως ζήσουν χειρότερα από τις προηγούμενες.
 
Η εξέλιξη αυτή μπορεί να θεωρηθεί ως ένα απλό πισωγύρισμα της Ε.Ε. ή να θεωρηθεί η αρχή του τέλους του Ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Εξαρτάται από τις πολιτικές αντιμετώπισης του προβλήματος.
 
Όμως αυτό το σκηνικό καθορίζει αυτή τη στιγμή την επικίνδυνη αντίφαση ενώπιον της οποίας βρισκόμαστε:
 
Οι λαοί της Ευρώπης και οι πολιτικοί ηγέτες τους στέκονται ολοένα και περισσότερο επικριτικά στην Ε.Ε. όταν την ίδια στιγμή απαιτούν ολοένα και περισσότερα από την Ε.Ε. Πως όμως είναι δυνατό να προχωρήσουμε σε μεγαλύτερη εμβάθυνση της Ε.Ε., άρα μεγαλύτερη απεμπόληση των εθνικών πολιτικών υπέρ των Ευρωπαϊκών, όταν θεωρούμε ότι για τα περισσότερα δεινά μας ευθύνονται ακριβώς οι Ευρωπαϊκές πολιτικές;
 
Η αντίφαση αυτή, οδηγεί στο φαύλο κύκλο της αύξησης της αμφισβήτησης της Ε.Ε.
 
Το πρόβλημα αυτό προέκυψε κυρίως από τότε που η Ε.Ε. προέκρινε νεοφιλελεύθερες οικονομικές και συντηρητικές κοινωνικές πολιτικές, με την επικράτηση του Ευρωπαϊκού Λαϊκού κόμματος και την κυριαρχία της γερμανικής επιρροής.
 
Είναι απλό. Η Ευρώπη της κρίσης είναι μια αμφισβητούμενη Ευρώπη και εν τέλει, η ευημερία των λαών δεν αποτυπώνεται πάντοτε σε δείκτες και στατιστικές.
 
Ποια είναι η λύση; Προφανώς μαγική λύση δεν υπάρχει. Ούτε είναι δυνατό με μια απλή «πολιτική πλατφόρμα» να δρομολογηθεί οποιαδήποτε λύση του προβλήματος.
 
Σίγουρα όμως πρέπει να αλλάξει η στόχευση. Να επικεντρωθούμε στον άνθρωπο, στη δημιουργικότητά του και στις ανάγκες του. Να καθορίσουμε νέες προτεραιότητες και να επανέλθουμε στις βασικές ιδέες που είχε εφαρμόσει η σοσιαλδημοκρατία με ηγέτες όπως ο Ντελόρ, ο Σμιτ, ο Μιτεράν, ο Σοάρες, ο Α. Παπανδρέου.
 
Στο αποτελεσματικό κράτος πρόνοιας, στην ευρωπαϊκή σύγκλιση, στην απασχόληση, στον έλεγχο των στρεβλώσεων των αγορών, αλλά και στην οικονομική αποτελεσματικότητα σε μια κοινωνία αλληλεγγύης.
 
Με μια προϋπόθεση όμως, η οποία επιφέρει μια επιπλέον δυσκολία. Ότι όλα αυτά πρέπει να διαμορφώνουν και ένα ανταγωνιστικό περιβάλλον σε σχέση με τις άλλες μεγάλες παγκόσμιες οικονομίες που αναδύονται δυναμικά (Κίνα, Ρωσία, ΗΠΑ, Βραζιλία, Ινδία κ.λ.π.). Σίγουρα δεν είναι εύκολο, όμως αξίζει τον κόπο!
 
* O Γιώργος Παπακωνσταντής είναι υποψήφιος ευρωβουλευτής με την «Ελιά»